ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΑΡΔΗΝ: Κυβέρνηση Τσίπρα, το ναδίρ της ελληνικής κοινωνίας

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΑΡΔΗΝ

Σεπτέμβριος 2017

Κυβέρνηση Τσίπρα, το ναδίρ της ελληνικής κοινωνίας

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είναι τόσο σίγουρη για τον εαυτό της, και την αγάπη που της δείχνει η ελληνική κοινωνία, ώστε ενόψει της επίσκεψης Τσίπρα στην Θεσσαλονίκη να έχει γεμίσει –πλην των ένστολων– και εκατοντάδες της… αντιτρομοκρατικής με πολιτικά, σε αριθμό-ρεκόρ για την πρόσφατη ιστορία των πρωθυπουργικών επισκέψεων.

Το γαϊτανάκι της παρακμής

Κι αυτό γιατί γνωρίζουν πολύ καλά, ότι ο λόγος για τον οποίον παραμένουν ακόμα στην εξουσία, δεν είναι η ανοχή του κόσμου, αλλά η αποτυχία της αντιπολίτευσης να παράγει αξιόμαχο λόγο. Και το κυριότερο, το γεγονός ότι η κυβέρνηση Τσίπρα έχει κατορθώσει να ακυρώσει κάθε ελπίδα που έτρεφε ο ελληνικός λαός να βρει πολιτική απάντηση στα υπαρξιακά αδιέξοδα που αντιμετωπίζει. Η κοινωνία βιώνει μια άνευ προηγουμένου αποσύνθεση, ενώ τα αντιστασιακά της αντανακλαστικά βρίσκονται σε κώμα.
Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, τα νέα, αφεντικά της χώρας, ξένοι επικυρίαρχοι και οι εγχώριοι νεομαφιόζοι ολιγάρχες εκθειάζουν ανοιχτά αυτήν την κυβέρνηση, και την υποστηρίζουν. Γιατί ανοίγει ο δρόμος για την νέα μεγάλη λεηλασία και τη διαιώνιση της φτωχοποίησης που έχει ήδη μεταβάλει την φυσιογνωμία της ελληνικής κοινωνίας, καθιστώντας την κοινωνία μαζικών αποκλεισμών και μεγάλων κοινωνικών αντιθέσεων. Έτσι, η κυβέρνηση έχει μεταβληθεί στον άριστο οικοδεσπότη όσων «επενδύουν» στην λεηλασία του δημόσιου και ιδιωτικού πλούτου, μεταβάλλοντας τους υποψήφιους άρπαγες, όπως αυτούς που συνόδεψαν τον Γάλλο πρόεδρο στην επίσκεψή του, σε περίπου εθνικούς ευεργέτες. Τι κι αν ανάμεσα τους φιγουράρουν εταιρείες που βαρύνονται με βαριά οικονομικά εγκλήματα, με πιο γνωστή την αμαρτωλή «Σουέζ» που έχει βάλει στο μάτι το νερό της Θεσσαλονίκης; Τα κοράκια μαζεύονται πάντα πάνω από το πτώμα.

Η μεταπολίτευση ακόμα να τελειώσει, αντίθετα, μέσα στον επιθανάτιο ρόγχο της επιτείνει ένα διαρκές αδιέξοδο και επιταχύνει την καθοδική πορεία της χώρας:
Η κυβερνώσα αριστερά, έχει μεταβληθεί ανοιχτά στο κατ’ εξοχήν κόμμα της εξάρτησης και της λεηλασίας, στοχεύοντας πλέον στην τελική υποταγή του ελληνικού λαού, καθώς εκτός από τα οικονομικά συμβόλαια που εκτελεί, έχει βάλει στο στόχαστρο την ίδια την εθνική υπόσταση πολεμώντας την ελληνική παιδεία τον πολιτισμό, την εθνική μας ταυτότητα.
Η αντιπολιτευόμενη δεξιά αδυνατεί να εκφράσει την λαϊκή αγανάκτηση, γιατί παραμένει οπαδός της παγκοσμιοποίησης, και του οικονομικού της ολοκληρωτισμού, ενώ ταυτόχρονα παραμένει φθαρμένη ως εκπρόσωπος του παλαιού δικομματισμού.
Η «κεντροαριστερά» βολοδέρνει μέσα στις εσωστρεφείς της διαδικασίες, μεταξύ εθνομηδενισμού και ελιτισμού, πληρώνοντας ότι οργάνωσε τις τελευταίες δεκαετίες στην παρακμή και την αποσύνθεση της χώρας.
Οι υπόλοιπες οργανωμένες δυνάμεις, που φιγουράριζαν στην μεταπολίτευση ως «κινηματικές», το ΚΚΕ, η εξωκοινοβουλευτική αριστερά, οι αντιεξουσιαστές παραμένουν δέσμιοι της παλαιάς, και σήμερα ανυπόστατης, διαίρεσης αριστεράς-δεξιάς κάνουν αντιπολίτευση για τις εντυπώσεις, γιατί στο πίσω μέρος του μυαλού τους προτιμούν τον Τσίπρα από τον «Κούλη».
Και γι’ αυτό η ναζιστική δεξιά κερδίζει ολοένα και περισσότερους ακροατές, ιδίως μεταξύ των λαϊκότερων και πιο απελπισμένων ανθρώπων.
Το αδιέξοδο δεν είναι μόνον πολιτικό, είναι βαθύτερο καθώς σήμερα λείπει το όραμα, και η προοπτική για μια αξιοπρεπή προσωπική και συλλογική ζωή μέσα στον 21ο αιώνα – και γι’ αυτό τα αντιστασιακά μας αντανακλαστικά έπαθαν καθίζηση με την εμφάνιση του πρώτου καπάτσου απατεώνα.

Υπάρχει έξοδος;

Υπάρχει άραγε διέξοδος από αυτή τη ζοφερή πραγματικότητα; Αν η ελληνική κοινωνία δεν βρει ξανά νόημα ύπαρξης για να αντιτάξει στην ίδια την παρακμή της, η απάντηση θα είναι κατηγορηματικά αρνητική.
Και νόημα ύπαρξης για μια κοινωνία, σημαίνει να ανασυνθέσει δημιουργικά όλη την προηγούμενη ιστορική της εμπειρία, προκειμένου να βρει μια προοπτική για το μέλλον.
Σημαίνει να δούμε με αντιστασιακό τρόπο την ίδια την ταυτότητά μας, και την ζωή μας μέσα σε αυτόν τον τόπο, όπως κάνουν δεκάδες ή εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι, έστωέμμεσα, επιστρέφοντας στον ελληνικό λαϊκό πολιτισμό, επιστρέφοντας στη φύση, εγκαταλείποντας τους τόπους και τους τρόπους της φθοράς.
Και ο ελληνικός πολιτισμός διαθέτει μια μεγάλη παράδοση Λόγου, ελευθερίας, δικαιοσύνης και πνευματικότητας που επιτρέπει στην κοινωνία να διατηρήσει το μέτρο, να ισορροπήσει την οικονομία και την τεχνική για να μην υποδουλώνει τον άνθρωπο. Μπορεί έτσι να απαντήσει ταυτόχρονα στην μηδενιστική δικτατορία της παγκοσμιοποίησης, της τεχνικής και της κατανάλωσης, και στον θρησκευτικό ολοκληρωτισμό –τις δυο μεγάλες δυνάμεις που συγκρούονται μέσα στο χάος και την αστάθεια του 21ου αιώνα.
Αυτόν τον ελληνισμό καλούμαστε να ανακαλύψουμε ξανά, εδώ που φτάσαμε, γιατί ο μηδενισμός της εποχής, μας έχει κάνει να τον λησμονήσουμε – και αυτό το στοίχημα αντιπροσωπεύει μια μεγάλη πολιτιστική και υπαρξιακή επανάσταση που παρά την γενική οικονομική δυσπραγία θα είναι σε θέση να μας βγάλει από το κώμα, ώστε να ανασυστήσουμε μακριά από τις αυταπάτες και τα μεγάλα ψεύδη του προηγούμενου αιώνα τα συλλογικά μας οράματα και τις αντιστάσεις μας.
Γι’ αυτό και θα πρέπει ταυτόχρονα να αγωνιζόμαστε μαζί με εκείνους που στρέφονται ενάντια στην κατακτητική ορμή του νεο-οθωμανισμού, ώστε να μην εξελιχθεί η κρίση σε μια μεγάλη εθνική καταστροφή στην Κύπρο, στην Θράκη ή το Αιγαίο. Με εκείνους που υπερασπίζονται το πανάρχαιο, ιερό δικαίωμα των ανθρώπων στην εστία τους, ενάντια στους –ηλεκτρονικούς πλέον– πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας. Με όσους μάχονται ενάντια στη λεηλασία του τόπου τους από μια ψευδοανάπτυξη και μια τουριστικοποίηση που διώχνει τους Έλληνες από τον ίδιο τους τον τόπο και παρουσιάζεται ως η μόνη λύση.
Αλλά κυρίως θα πρέπει να αμυνόμαστε «θετικά» για μια Παιδεία που αφυπνίζει κόντρα στις εθνομηδενιστικές μορφές της αμάθειας. Για την ανασύσταση του παραγωγικού ιστού, προωθώντας τις μικρές και μεσαίες δημιουργικές επιχειρήσεις, τους συνεταιρισμούς, ένα μοντέλο παραγωγής επικεντρωμένο στην ποιότητα. Για την ανάταση του Πολιτισμού, ενάντια στην αποβλάκωση των ανθρώπων – και ιδίως των νέων γενεών. Ενάντια στην απόλυτη «ιδιωτικοποίηση» των ανθρώπων , που πασχίζει να υποκαταστήσει την σύγχρονη μοναξιά με την διαδικτυακή εικονικότητα και τα υπερτεχνολογικά μέσα.

Μόνον έτσι θα καταφέρουμε να αντιμετωπίσουμε το σκοτεινό ιστορικό πεπρωμένο που διαμορφώνει για μας ο 21ος αιώνας, και να επιστρέψουμε ως ενεργητικός παράγοντας που είναι σε θέση να καθορίσει το ίδιο του το μέλλον. Εκεί θα παιχτεί το στοίχημα της συλλογικής μας επιβίωσης, και προφανώς όχι στον διαγωνισμό κραυγών στον οποίον επιδίδονται τα διάφορα ζόμπι της μεταπολίτευσης, σε διαδηλώσεις που οι τρύπιες σημαίες και τα κενά ιδανικά έχουν μεταβάλει σε καρικατούρες διαμαρτυρίας.

Ανακοίνωση ΑΡΔΗΝ / 16 Μαΐου 2017

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΑΡΔΗΝ

Κυβέρνηση οικονομικών δολοφόνων

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, έχοντας συνθηκολογήσει άνευ όρων, στηρίζεται πλέον ανοιχτά στην εύνοια των Μέρκελ - Σόιμπλε, της αμερικάνικης Πρεσβείας, των ξένων πολυεθνικών και των ντόπιων ολιγαρχών για την παραμονή της στην εξουσία. Όλοι αυτοί πανηγυρίζουν αυτές τις μέρες, καθώς ο πρωθυπουργός και οι υπουργοί του ετοιμάζονται να κυρώσουν τη σκληρότερη μνημονιακή συμφωνία, σε μια κοινωνία όπου βασιλεύει σιωπή νεκροταφείου, απελπισία και απάθεια. 
Και να μην υπήρχαν, το Σύστημα θα έπρεπε να τους εφεύρει, καθώς με αυτή τη συμφωνία ολοκληρώνει την κατεδάφιση όλων των συλλογικών κεκτημένων και δικαιωμάτων που είχε κερδίσει με αίμα και δάκρυα ο λαός τον τελευταίο μισό αιώνα. Με το περίφημο 4ο μνημόνιο, τίποτε δεν μένει όρθιο: Δημόσια περιουσία, εθνικός πλούτος, κοινωνικό κράτος, εργάτες και εργαζόμενοι, μικροί και μεσαίοι της αγοράς, οι νέοι, οι συνταξιούχοι. Το πρωτοφανές μέτρο κατάργησης της Κυριακάτικης Αργίας, η εργάσιμη εβδομάδα των... 7 ημερών –πρωτοφανής για τα ευρωπαϊκά δεδομένα– είναι το πιο ενδεικτικό μέτρο, που δείχνει πόσο βαθιά θέλουν να μεταλλάξουν την ελληνική κοινωνία, παραδίδοντάς την στα χέρια του πιο βάναυσου οικονομικού ολοκληρωτισμού.
Για τη συγκάλυψη αυτού του εγκλήματος, επόμενο είναι, η κυβερνητική προπαγάνδα να κάνει (... μνημονιακές) υπερωρίες!! Το αφήγημα το οποίο προωθεί –το περίφημο «και μετά;»– αποσκοπεί στο να ενεργοποιήσει τα αντανακλαστικά όσων έχουν αηδιάσει με το «παλαιό κατεστημένο», προβάλλοντας τον Κυριάκο Μητσοτάκη, αλλά και τον Σημίτη, τον Βενιζέλο και τους άλλους παράγοντες του εκσυγχρονισμού που κλίνουν προς αυτόν, ως «μπαμπούλα». Ποιοί; Αυτοί που με τα πεπραγμένα τους έχουν δώσει συγχωροχάρτι σε όλο το παλαιό κατεστημένο, το ανέστησαν, και του χάρισαν το δημοσκοπικό προβάδισμα.
Εκείνοι που κατέστρεψαν τη μοναδική άμεση προοπτική, που υπήρχε μέχρι τώρα, να πραγματοποιηθεί μια θετική υπέρβαση της μεταπολίτευσης, μέσω ενός μετώπου εθνικής ανεξαρτησίας, κοινωνικής δικαιοσύνης και δημοκρατίας, εξανεμίζοντας όλο το θετικό πολιτικό απόθεμα που είχε δημιουργήσει το ελληνικό κίνημα των πλατειών.
Αυτοί που εξασφαλίζουν με την παραμονή τους στην εξουσία την ολοκληρωτική υποταγή ολόκληρης της κοινωνίας στα χειρότερα οικονομικά δεινά, τολμούν να σηκώσουν το δάκτυλο και να μας μιλήσουν για το ποιος θα έρθει μετά. Το φάντασμα του Γκέμπελς θα πρέπει να χαίρεται, καθώς θα βρει σε αυτούς τους πιο άξιους επιγόνους του.
Ένα είναι σίγουρο, όποιος και να έρθει μετά: Αν δεν φύγουν αυτοί, το συντομότερο, χθες ει δυνατόν, ο ελληνικός λαός δεν θα καταφέρει να σταθεί ποτέ στα πόδια του, ώστε να «ορθώσει έναν άλλον πύργο ατίθασο απέναντί τους».
                                                                             16 Μαΐου 2017
ΑΡΔΗΝ 

Σχολείο - μαγαζί, Αριστεροί και Δεξιοί το χτίζουνε μαζί


άρθρο του Δημήτρη Ναπ. Γιαννάτου στην εφημερίδα  ΡΗΞΗ φ.132

Στο βιβλίο, Πέραν της Αριστεράς και της Δεξιάς. Η υπέρβαση, ο Γιώργος Καραμπελιάς αναλύει, πολλαπλώς, τη νεοφιλελεύθερη συμμαχία Αριστεράς και Δεξιάς, μέσα από διαφορετικούς δρόμους. Μάλιστα, σαρκάζοντας την οδυνηρή πραγματικότητα, φέρνει το ελληνικό παράδειγμα «υπέρβασης», με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.
Αυτή η πλανητική κατανομή ρόλων ορίζει τη φιλελεύθερη Δεξιά να κατοχυρώνει το οικονομικό μοντέλο της «ελεύθερης αγοράς» των πάντων και τη φιλελεύθερη Αριστερά να επιβάλλει το ναρκισσιστικό πολιτισμικό αντίστοιχό της, μέσω του αποδομητικού δικαιωματισμού. Όπως οι μπάμπουσκες, οι ρωσικές κούκλες, η συμμαχία αυτή διαπερνά την κοινωνία μας, βρίσκεται παντού και αναπαράγεται, όπως η μια κούκλα βγαίνει, πανομοιότυπα, μέσα από την άλλη. Το δημόσιο σχολείο δεν θα μπορούσε να μείνει εκτός της συμμαχίας αυτής.
Το σχολείο-επιχείρηση, προπύργιο των ιδιωτικοοικονομικών κριτηρίων και του εμπορεύματος, και το σχολείο ιδεολογικός μηχανισμός εμπέδωσης του νέου αποδομητικού πολιτισμού του θεάματος, είναι προνομιακός χώρος, παρέμβασης, για την Δεξιά και την Αριστερά.
Η κυβέρνηση έθεσε το πλαίσιο για το σχολείο του 21ου αιώνα: α. παιδαγωγική/διδακτική αυτονομία, β. διοικητική αυτονομία και γ. οικονομική αυτονομία. Η παιδαγωγική/διδακτική αυτονομία περιέχει το σπέρμα και τον κίνδυνο της «ανεξαρτησίας» του περιεχομένου και της μεθόδου, από μια εθνική, συλλογική, κοινωνική ταυτότητα σχολείου, οδηγώντας στη μορφωτική και πολιτισμική αποδόμηση και όχι στη σύνθεση που μπορεί να εντάξει οργανικά το διαφορετικό.
Η διοικητική αυτονομία οδηγεί στη μείωση της δημόσιας χρηματοδότησης και στην εξεύρεση πόρων από την ευρύτερη αγορά, εγκαινιάζοντας την εξαρτητική - πελατειακή σχέση σχολείων και φιλάνθρωπων χορηγών. Επιπλέον, θα οδηγήσει στη διαμόρφωση δημόσιων σχολείων πολλαπλών κοινωνικών, ταξικών, πολιτισμικών, μορφωτικών, κ.α ταχυτήτων και συνακόλουθα στην κατηγοριοποίηση περιοχών και σχολείων. Στην κατεύθυνση αυτή θα συμβάλει, η «αξιολόγηση» εκπαιδευτικών και σχολικών μονάδων, η οποία, παράλληλα με την «άρση των γεωγραφικών ορίων» και την «ελεύθερη επιλογή» σχολείου (δημόσιου ή ιδιωτικού), θα οδηγήσει στον άκρατο ανταγωνισμό και στο «μαγικό χέρι της αγοράς», που θα ορίζει πόσα και ποια σχολεία θα συνεχίσουν να υπάρχουν. Το «δικαίωμα» και η «ελευθερία», στον δρόμο της μορφωτικής και οικονομικής σκλαβιάς. Σταθερή επιδίωξη παραμένει η μείωση δαπανών, που σημαίνει λιγότερους και κακοπληρωμένους εκπαιδευτικούς, απορρυθμισμένες εργασιακές σχέσεις και λιγότερους μαθητές, λιγότερα σχολεία, λιγότερα και υπεράριθμα τμήματα.
Δεν είναι τυχαία η επανάληψη της λέξης αυτονομία, η οποία, στον πολιτισμικό σχετικισμό του παρακμιακού καιρού μας, βολεύει ως ουδέτερη ιδεολογία, διά πάσαν χρήσιν.
Ήδη, σε πολλά δημόσια σχολεία, οι φορείς τους (δήμοι, σύλλογοι-ενώσεις γονέων, δάσκαλοι, κ.λπ.), αναπαράγουν την αριστεροδέξια κολεγιά, παρασύροντας, μέσα απ’ τις εξελίξεις, αλλά και τον οικονομικό εξαναγκασμό, ακόμα και τις αγνές προθέσεις για ένα ουσιαστικό σχολείο δημόσιας παιδείας.
Στο πλαίσιο της «αυτονομίας», οι δεξιοί φιλελεύθεροι θα αναλάβουν το… οικονομικό μάνατζμεντ του δημόσιου σχολείου (πολυεθνικές, χορηγοί, «φιλάνθρωποι», κ.ά.), την εμπέδωση της ιδεολογίας του ατομικού συμφέροντος έναντι του συλλογικού και τη λογική «να τα πάρουν όλα οι ιδιώτες, να μπει τάξη σ’ αυτήν τη χώρα». Μιλούν ήδη για την αναζήτηση οικονομικών πόρων από την ευρύτερη αγορά, εθελοτυφλώντας για τα ανταλλάγματα, ειδικά των μεγάλων εταιρειών και ιδρυμάτων, που συνιστούν ένα πλέγμα ιδεολογικών, πολιτικών και πολιτιστικών εξαρτήσεων ή, αργότερα, και απαιτήσεων, που μπορεί να επηρεάζει το προφίλ κάθε σχολείου. Άλλωστε, οι μελέτες του ΟΟΣΑ, του ΣΕΒ και της Ν.Δ. περιγράφουν με «πραγματικές» λέξεις όσα φτιασιδωμένα εισηγήθηκε ο Λιάκος και ο Γαβρόγλου.
Αντίστοιχα, οι αριστεροί «εκσυγχρονιστές», προετοιμάζουν ιδεολογικά το έδαφος για τα παραπάνω, με φανταχτερές, ζουμερές λέξεις: ανοιχτό σχολείο, διαφορετικό σχολείο, πολύχρωμο σχολείο, δημοκρατικό σχολείο, οικολογικό σχολείο, κ.ά, όπου, σε μια οργουελιανή αναστροφή των νοημάτων, θα προετοιμάζει απλά το σχολείο της αποεθνικοποίησης, του ατομοκεντρισμού και της ιδιώτευσης. Στοιχεία που αποτελούν βάση για την «εκπαίδευση της αγοράς», την οποία προωθούν οι πρώτοι, οι οποίοι απλώς δυσκολεύονται να το ομολογήσουν στους ομοϊδεάτες τους. «Κόλαση με τόσο φως, δεν το περίμενα», μας θυμίζει ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης.
Ωστόσο, η δική μας υπέρβαση, δεξιάς και αριστεράς, στηρίζεται στη σύνθεση και τον «εκσυγχρονισμό των παραδόσεών μας». Εμπνεόμενοι από την ιστορία μας ως πρόταση πολιτισμού και παιδείας, προβάλλουμε τη διαμόρφωση του καλύτερου δυνατού πολίτη, που αναζητεί πρωτίστως το καλό της κοινότητας, για να μπορεί να σχετίζεται με τους άλλους ως πρόσωπο. Το δημόσιο σχολείο είναι αναγκαίο αποτελεί τη συμπύκνωση της αρχαίας Πόλεως, που αυτή η ίδια εκπαίδευε τους πολίτες της, θέτοντας αρχές και αξίες. Ο αγώνας είναι ακόμα ιδεολογικός και πνευματικός και, γι’ αυτό, πιο δύσκολος, σε συνθήκες οικονομικής κρίσης. Οι επεξεργασμένες προτάσεις μας για την εκπαίδευση, στην πράξη, είναι ο οδηγός για να επαναφέρουμε το αρχικό νόημα των λέξεων και της ιστορίας τους.