Ανακοίνωση ΑΡΔΗΝ / 16 Μαΐου 2017

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΑΡΔΗΝ

Κυβέρνηση οικονομικών δολοφόνων

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, έχοντας συνθηκολογήσει άνευ όρων, στηρίζεται πλέον ανοιχτά στην εύνοια των Μέρκελ - Σόιμπλε, της αμερικάνικης Πρεσβείας, των ξένων πολυεθνικών και των ντόπιων ολιγαρχών για την παραμονή της στην εξουσία. Όλοι αυτοί πανηγυρίζουν αυτές τις μέρες, καθώς ο πρωθυπουργός και οι υπουργοί του ετοιμάζονται να κυρώσουν τη σκληρότερη μνημονιακή συμφωνία, σε μια κοινωνία όπου βασιλεύει σιωπή νεκροταφείου, απελπισία και απάθεια. 
Και να μην υπήρχαν, το Σύστημα θα έπρεπε να τους εφεύρει, καθώς με αυτή τη συμφωνία ολοκληρώνει την κατεδάφιση όλων των συλλογικών κεκτημένων και δικαιωμάτων που είχε κερδίσει με αίμα και δάκρυα ο λαός τον τελευταίο μισό αιώνα. Με το περίφημο 4ο μνημόνιο, τίποτε δεν μένει όρθιο: Δημόσια περιουσία, εθνικός πλούτος, κοινωνικό κράτος, εργάτες και εργαζόμενοι, μικροί και μεσαίοι της αγοράς, οι νέοι, οι συνταξιούχοι. Το πρωτοφανές μέτρο κατάργησης της Κυριακάτικης Αργίας, η εργάσιμη εβδομάδα των... 7 ημερών –πρωτοφανής για τα ευρωπαϊκά δεδομένα– είναι το πιο ενδεικτικό μέτρο, που δείχνει πόσο βαθιά θέλουν να μεταλλάξουν την ελληνική κοινωνία, παραδίδοντάς την στα χέρια του πιο βάναυσου οικονομικού ολοκληρωτισμού.
Για τη συγκάλυψη αυτού του εγκλήματος, επόμενο είναι, η κυβερνητική προπαγάνδα να κάνει (... μνημονιακές) υπερωρίες!! Το αφήγημα το οποίο προωθεί –το περίφημο «και μετά;»– αποσκοπεί στο να ενεργοποιήσει τα αντανακλαστικά όσων έχουν αηδιάσει με το «παλαιό κατεστημένο», προβάλλοντας τον Κυριάκο Μητσοτάκη, αλλά και τον Σημίτη, τον Βενιζέλο και τους άλλους παράγοντες του εκσυγχρονισμού που κλίνουν προς αυτόν, ως «μπαμπούλα». Ποιοί; Αυτοί που με τα πεπραγμένα τους έχουν δώσει συγχωροχάρτι σε όλο το παλαιό κατεστημένο, το ανέστησαν, και του χάρισαν το δημοσκοπικό προβάδισμα.
Εκείνοι που κατέστρεψαν τη μοναδική άμεση προοπτική, που υπήρχε μέχρι τώρα, να πραγματοποιηθεί μια θετική υπέρβαση της μεταπολίτευσης, μέσω ενός μετώπου εθνικής ανεξαρτησίας, κοινωνικής δικαιοσύνης και δημοκρατίας, εξανεμίζοντας όλο το θετικό πολιτικό απόθεμα που είχε δημιουργήσει το ελληνικό κίνημα των πλατειών.
Αυτοί που εξασφαλίζουν με την παραμονή τους στην εξουσία την ολοκληρωτική υποταγή ολόκληρης της κοινωνίας στα χειρότερα οικονομικά δεινά, τολμούν να σηκώσουν το δάκτυλο και να μας μιλήσουν για το ποιος θα έρθει μετά. Το φάντασμα του Γκέμπελς θα πρέπει να χαίρεται, καθώς θα βρει σε αυτούς τους πιο άξιους επιγόνους του.
Ένα είναι σίγουρο, όποιος και να έρθει μετά: Αν δεν φύγουν αυτοί, το συντομότερο, χθες ει δυνατόν, ο ελληνικός λαός δεν θα καταφέρει να σταθεί ποτέ στα πόδια του, ώστε να «ορθώσει έναν άλλον πύργο ατίθασο απέναντί τους».
                                                                             16 Μαΐου 2017
ΑΡΔΗΝ 

Σχολείο - μαγαζί, Αριστεροί και Δεξιοί το χτίζουνε μαζί


άρθρο του Δημήτρη Ναπ. Γιαννάτου στην εφημερίδα  ΡΗΞΗ φ.132

Στο βιβλίο, Πέραν της Αριστεράς και της Δεξιάς. Η υπέρβαση, ο Γιώργος Καραμπελιάς αναλύει, πολλαπλώς, τη νεοφιλελεύθερη συμμαχία Αριστεράς και Δεξιάς, μέσα από διαφορετικούς δρόμους. Μάλιστα, σαρκάζοντας την οδυνηρή πραγματικότητα, φέρνει το ελληνικό παράδειγμα «υπέρβασης», με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.
Αυτή η πλανητική κατανομή ρόλων ορίζει τη φιλελεύθερη Δεξιά να κατοχυρώνει το οικονομικό μοντέλο της «ελεύθερης αγοράς» των πάντων και τη φιλελεύθερη Αριστερά να επιβάλλει το ναρκισσιστικό πολιτισμικό αντίστοιχό της, μέσω του αποδομητικού δικαιωματισμού. Όπως οι μπάμπουσκες, οι ρωσικές κούκλες, η συμμαχία αυτή διαπερνά την κοινωνία μας, βρίσκεται παντού και αναπαράγεται, όπως η μια κούκλα βγαίνει, πανομοιότυπα, μέσα από την άλλη. Το δημόσιο σχολείο δεν θα μπορούσε να μείνει εκτός της συμμαχίας αυτής.
Το σχολείο-επιχείρηση, προπύργιο των ιδιωτικοοικονομικών κριτηρίων και του εμπορεύματος, και το σχολείο ιδεολογικός μηχανισμός εμπέδωσης του νέου αποδομητικού πολιτισμού του θεάματος, είναι προνομιακός χώρος, παρέμβασης, για την Δεξιά και την Αριστερά.
Η κυβέρνηση έθεσε το πλαίσιο για το σχολείο του 21ου αιώνα: α. παιδαγωγική/διδακτική αυτονομία, β. διοικητική αυτονομία και γ. οικονομική αυτονομία. Η παιδαγωγική/διδακτική αυτονομία περιέχει το σπέρμα και τον κίνδυνο της «ανεξαρτησίας» του περιεχομένου και της μεθόδου, από μια εθνική, συλλογική, κοινωνική ταυτότητα σχολείου, οδηγώντας στη μορφωτική και πολιτισμική αποδόμηση και όχι στη σύνθεση που μπορεί να εντάξει οργανικά το διαφορετικό.
Η διοικητική αυτονομία οδηγεί στη μείωση της δημόσιας χρηματοδότησης και στην εξεύρεση πόρων από την ευρύτερη αγορά, εγκαινιάζοντας την εξαρτητική - πελατειακή σχέση σχολείων και φιλάνθρωπων χορηγών. Επιπλέον, θα οδηγήσει στη διαμόρφωση δημόσιων σχολείων πολλαπλών κοινωνικών, ταξικών, πολιτισμικών, μορφωτικών, κ.α ταχυτήτων και συνακόλουθα στην κατηγοριοποίηση περιοχών και σχολείων. Στην κατεύθυνση αυτή θα συμβάλει, η «αξιολόγηση» εκπαιδευτικών και σχολικών μονάδων, η οποία, παράλληλα με την «άρση των γεωγραφικών ορίων» και την «ελεύθερη επιλογή» σχολείου (δημόσιου ή ιδιωτικού), θα οδηγήσει στον άκρατο ανταγωνισμό και στο «μαγικό χέρι της αγοράς», που θα ορίζει πόσα και ποια σχολεία θα συνεχίσουν να υπάρχουν. Το «δικαίωμα» και η «ελευθερία», στον δρόμο της μορφωτικής και οικονομικής σκλαβιάς. Σταθερή επιδίωξη παραμένει η μείωση δαπανών, που σημαίνει λιγότερους και κακοπληρωμένους εκπαιδευτικούς, απορρυθμισμένες εργασιακές σχέσεις και λιγότερους μαθητές, λιγότερα σχολεία, λιγότερα και υπεράριθμα τμήματα.
Δεν είναι τυχαία η επανάληψη της λέξης αυτονομία, η οποία, στον πολιτισμικό σχετικισμό του παρακμιακού καιρού μας, βολεύει ως ουδέτερη ιδεολογία, διά πάσαν χρήσιν.
Ήδη, σε πολλά δημόσια σχολεία, οι φορείς τους (δήμοι, σύλλογοι-ενώσεις γονέων, δάσκαλοι, κ.λπ.), αναπαράγουν την αριστεροδέξια κολεγιά, παρασύροντας, μέσα απ’ τις εξελίξεις, αλλά και τον οικονομικό εξαναγκασμό, ακόμα και τις αγνές προθέσεις για ένα ουσιαστικό σχολείο δημόσιας παιδείας.
Στο πλαίσιο της «αυτονομίας», οι δεξιοί φιλελεύθεροι θα αναλάβουν το… οικονομικό μάνατζμεντ του δημόσιου σχολείου (πολυεθνικές, χορηγοί, «φιλάνθρωποι», κ.ά.), την εμπέδωση της ιδεολογίας του ατομικού συμφέροντος έναντι του συλλογικού και τη λογική «να τα πάρουν όλα οι ιδιώτες, να μπει τάξη σ’ αυτήν τη χώρα». Μιλούν ήδη για την αναζήτηση οικονομικών πόρων από την ευρύτερη αγορά, εθελοτυφλώντας για τα ανταλλάγματα, ειδικά των μεγάλων εταιρειών και ιδρυμάτων, που συνιστούν ένα πλέγμα ιδεολογικών, πολιτικών και πολιτιστικών εξαρτήσεων ή, αργότερα, και απαιτήσεων, που μπορεί να επηρεάζει το προφίλ κάθε σχολείου. Άλλωστε, οι μελέτες του ΟΟΣΑ, του ΣΕΒ και της Ν.Δ. περιγράφουν με «πραγματικές» λέξεις όσα φτιασιδωμένα εισηγήθηκε ο Λιάκος και ο Γαβρόγλου.
Αντίστοιχα, οι αριστεροί «εκσυγχρονιστές», προετοιμάζουν ιδεολογικά το έδαφος για τα παραπάνω, με φανταχτερές, ζουμερές λέξεις: ανοιχτό σχολείο, διαφορετικό σχολείο, πολύχρωμο σχολείο, δημοκρατικό σχολείο, οικολογικό σχολείο, κ.ά, όπου, σε μια οργουελιανή αναστροφή των νοημάτων, θα προετοιμάζει απλά το σχολείο της αποεθνικοποίησης, του ατομοκεντρισμού και της ιδιώτευσης. Στοιχεία που αποτελούν βάση για την «εκπαίδευση της αγοράς», την οποία προωθούν οι πρώτοι, οι οποίοι απλώς δυσκολεύονται να το ομολογήσουν στους ομοϊδεάτες τους. «Κόλαση με τόσο φως, δεν το περίμενα», μας θυμίζει ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης.
Ωστόσο, η δική μας υπέρβαση, δεξιάς και αριστεράς, στηρίζεται στη σύνθεση και τον «εκσυγχρονισμό των παραδόσεών μας». Εμπνεόμενοι από την ιστορία μας ως πρόταση πολιτισμού και παιδείας, προβάλλουμε τη διαμόρφωση του καλύτερου δυνατού πολίτη, που αναζητεί πρωτίστως το καλό της κοινότητας, για να μπορεί να σχετίζεται με τους άλλους ως πρόσωπο. Το δημόσιο σχολείο είναι αναγκαίο αποτελεί τη συμπύκνωση της αρχαίας Πόλεως, που αυτή η ίδια εκπαίδευε τους πολίτες της, θέτοντας αρχές και αξίες. Ο αγώνας είναι ακόμα ιδεολογικός και πνευματικός και, γι’ αυτό, πιο δύσκολος, σε συνθήκες οικονομικής κρίσης. Οι επεξεργασμένες προτάσεις μας για την εκπαίδευση, στην πράξη, είναι ο οδηγός για να επαναφέρουμε το αρχικό νόημα των λέξεων και της ιστορίας τους.